Κυριακή, 31 Ιουλίου 2011

Ελλάδα-Τουρκία: βίοι παράλληλοι;

του Θοδωρή Νικ. Αθανασιάδη

Την ώρα που όλος ο κόσμος ασχολείται με το δημοσιονομικό πρόβλημα της Ελλάδας, ίσως θα ήταν πιο ωφέλιμο αν κάποιοι ασχολούνταν με τις συνθήκες οι οποίες επώασαν αυτό το πρόβλημα. Και, ίσως, κάποιοι άλλοι θα ήταν προτιμώτερο να ασχολούνταν με τις περιπτώσεις εκείνες οι οποίες σήμερα βιώνουν τις ίδιες αυτές συνθήκες.

Για να μη μιλάω με γρίφους, ας δούμε τί συμβαίνει σήμερα στην γείτονα Τουρκία. Εκεί, ο Ερντογάν έχει αναδειχθεί σε κύριο του πολιτικού παιχνιδιού, χάρη στην πορεία της τουρκικής οικονομίας από το 2002, τότε που πήρε την εξουσία για πρώτη φορά, ίσαμε σήμερα. Σ' αυτό το διάστημα, η Τουρκία έχει καταγράψει ετήσια ανάπτυξη 6% (κατά μέσο όρο), το ΑΕΠ σκαρφάλωσε από 232 σε 797 δισ. δολλάρια, το κατά κεφαλήν εισόδημα αυξήθηκε από 3.500 σε 10.000 δολλάρια και οι ξένες επενδύσεις εκτοξεύτηκαν από 1,1 σε 9 δισ. δολλάρια. Παράλληλα, καμμία τουρκική τράπεζα δεν αντιμετώπισε πρόβλημα στη διάρκεια της κρίσης. Τέλος, σύμφωνα με τις προβλέψεις του ΔΝΤ, η τουρκική οικονομία θα είναι, το 2015, η 16η μεγαλύτερη στον κόσμο.

Δεν είναι μόνο αυτά. Το βασικώτερο είναι ότι η Τουρκία έχει εκσυγχρονίσει αρκετά την οικονομία της, αφού, με τον τομέα παροχής υπηρεσιών να αντιστοιχεί στα 2/3 της παραγωγής, η χώρα δεν εξαρτάται πλέον από παραδοσιακούς τομείς, όπως η γεωργία και η υφαντουργία. Για μια χώρα όπου οι περισσότεροι πολίτες της θυμούνται μέχρι πολύ πρόσφατα μια ζωή στη φτώχεια και στην ατελείωτη αναμονή στις ουρές για να εξασφαλίσουν λίγο ψωμί, τσάι ή ζάχαρη, οι επιτυχίες αυτές είναι που έχουν καταστήσει τον Ερντογάν απόλυτο κυρίαρχο του παιχνιδιού. Μάλιστα, λίγο μετά τον πρόσφατο εκλογικό θρίαμβο του Ερντογάν, ήρθε άλλη απίθανη πρωτιά για την γείτονα: η στατιστική υπηρεσία επιβεβαίωσε τον θεότρελλο ρυθμό ανάπτυξης του 11% για φέτος, μια επίδοση που κάνει την μεν Κίνα να ωχριά την δε Ευρώπη να μένει με το στόμα ανοιχτό. Όλα καλά, λοιπόν; Εδώ είναι η σειρά των "κάποιων" του προλόγου να μιλήσουν και να πουν τα πράγματα όπως έχουν κι όχι όπως λέγονται στα προεκλογικά μπαλκόνια και στα τηλεοπτικά παράθυρα. Αλλά, ας πάρουμε τα πράγματα με την σειρά.

Λίγη ώρα μετά την ανακοίνωση του 11% που προαναφέραμε, οι δείκτες της τουρκικής οικονομίας πήραν την ανηφόρα. Αλλά μέσα σε μια ώρα, τόσο η λίρα όσο και το χρηματιστήριο της Κωνσταντινούπολης άρχισαν να χάνουν έδαφος. Σε ένα άπειρο μάτι κάτι τέτοιο ηχεί αντιφατικό, αλλά οι "κάποιοι" καταλαβαίνουν ότι οι αλματώδεις ρυθμοί ανάπτυξης αποκαλύπτουν και αδυναμίες. Καταλαβαίνουν, δηλαδή, ότι αυτό το "επίτευγμα" βασίζεται κυρίως στην κατανάλωση, η οποία παρουσίασε αύξηση από 9% σε 12% μέσα σε ένα τρίμηνο, λόγω της πολιτικής των χαμηλών επιτοκίων που ακολουθεί η τουρκική κεντρική τράπεζα και της απλόχερης χορήγησης πάσης φύσεως δανείων από τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα της χώρας.

Παράλληλα, οι κρατικές δαπάνες διπλασιάστηκαν σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο, φθάνοντας το 6,7%. Φυσικά, εδώ έπαιξαν ρόλο οι γενναιόδωρες προεκλογικές παροχές του κυβερνώντος κόμματος προς τους ψηφοφόρους. Οι έξαλλοι ρυθμοί εγχώριας κατανάλωσης έχουν οδηγήσει στη μείωση των εξαγωγών και στον τετραπλασιασμό των εισαγωγών, δημιουργώντας ένα διαρκώς διογκούμενο έλλειμμα στους λογαριασμούς του κράτους, το οποίο σίγουρα θα αφήσει την οικονομία της Τουρκίας σοβαρά εκτεθειμένη στην επόμενη κρίση.

Είμαι σίγουρος ότι στα παραπάνω "διαβάσατε" ήδη μερικά ψήγματα της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Ίσως θυμηθήκατε ότι μέχρι πριν λίγα χρόνια οι τράπεζες τσακώνονταν για το ποια θα σας πρωτοδώσει πιστωτική κάρτα ή καταναλωτικό δάνειο. Ίσως, πάλι, θυμηθήκατε το "Τσοβόλα, δώστα όλα" του μακαρίτη του Αντρέα ή, ακόμα-ακόμα, το πρόσφατο "λεφτά υπάρχουν" του γυιού του. Ίσως, τέλος, να θυμηθήκατε τον Σημίτη, οποίος μας υποσχόταν ότι θα φάμε με χρυσά κουτάλια μπαίνοντας στην ευρωζώνη, μιας κι η "ψωροκώσταινα" είχε πιάσει τα κριτήρια του Μάαστριχτ. Ότι κι αν θυμηθήκατε, μάλλον σας έκανε να μελαγχολήσετε. Από την άλλη πάλι, ας χαμογελάσουμε και λίγο στην σκέψη ότι προηγούμεθα των Τούρκων κατά μια δεκαετία, τουλάχιστον. Εμείς το παστέλι του χρηματιστηρίου και της υπέρμετρης κατανάλωσης το φάγαμε πριν πολλά χρόνια και τώρα είμαστε σε άλλη φάση.

Είδαμε λοιπόν τους λόγους οι οποίοι έχουν οδηγήσει στην -φαινομενική- άνοιξη της τουρκικής οικονομίας και παρατηρήσαμε, θέλοντας και μη, εικόνες που έχουμε ζήσει στον τόπο μας πριν λίγα χρόνια. Εστιάσαμε δε περισσότερο στην τεχνητή αύξηση της κατανάλωσης, η οποία δεν προέρχεται από την αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος των τούρκων εργαζομένων αλλά από τον υπέρμετρο δανεισμό. Με άλλα λόγια, με τον δανεισμό των νοικοκυριών να έχει αυξηθεί κατά 36,5%, οι μεν εισαγωγές ενισχύθηκαν κατά 43% οι δε εξαγωγές αυξήθηκαν μόνο κατά 11,7%. Ως αποτέλεσμα, το έλλειμμα των εμπορικών συναλλαγών ξεπέρασε τα 10 δισ. δολλάρια. Όπως γνωρίζουν όλοι οι τριτοετείς φοιτητές των οικονομικών σχολών, αυτό το φαινόμενο αποτελεί ξεκάθαρο σημάδι υπερθέρμανσης της τουρκικής οικονομίας.

"Πρόκειται για λάθος εκτίμηση", απαντά η κεντρική τράπεζα της Τουρκίας, η οποία επιμένει να ακολουθεί μια αρκετά ανορθόδοξη πολιτική: από τη μια κρατάει πολύ χαμηλά τα επιτόκια, διευκολύνοντας τον δανεισμό των νοικοκυριών και την κατανάλωση κι από την άλλη ζητάει από τις τράπεζες να αυξήσουν τα αποθεματικά τους, για να μπει φρένο στον άκρατο δανεισμό. Ομολογώ ότι πρέπει να σκίσω τα πτυχία μου, μιας και αδυνατώ να καταλάβω αυτή την πολιτική. Πώς να αυξηθούν τα τραπεζικά αποθεματικά όταν ευτελίζονται τα επιτόκια δανεισμού; Τα χαμηλά επιτόκια σπρώχνουν διαρκώς τον κόσμο στην κατανάλωση, τα μεγάλα αστικά κέντρα έχουν γεμίσει με εμπορικά κέντρα, οι τράπεζες άνοιξαν μόνο πέρυσι 485 νέα υποκαταστήματα και κάνουν μεγάλες προσφορές για να προσελκύουν πελάτες. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόνο τα καταναλωτικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 42% πέρυσι, ενώ η έκδοση πιστωτικών καρτών αυξήθηκε κατά 24%. Αυτά είναι ξεκάθαρα παρεπόμενα υπερθέρμανσης. Και, φυσικά, είναι εξαιρετικά επικίνδυνα.

"Ο νεαρός ηλικιακά πληθυσμός της Τουρκίας δεν ενδιαφέρεται καθόλου για το κόστος της πίστωσης", λέει η οικονομολόγος Μπουρτσού Ουναβάρ, ενώ ήδη άλλοι συνάδελφοί της προειδοποιούν ότι, λόγω της ακριβής εισαγόμενης ενέργειας, είναι πιθανό το έλλειμμα του Ιουνίου να είναι ακόμα πιο ανησυχητικό. Φωνές βοώντων εν τη ερήμω. Όπως γινόταν και στον τόπο μας πριν χρόνια, έτσι γίνεται και στην Τουρκία σήμερα: οι φωνές της λογικής κατηγορούνται πως προβοκάρουν το έργο της κυβέρνησης.

Μπορεί ο Ερντογάν να προσπαθεί να καθησυχάσει όσους ανησυχούν αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν χάνει ευκαιρία για να υπογραμμίσει τους υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης που επιτεύχθηκαν επί των ημερών του. Κάτι σαν το "κόρδωμα" του Σημίτη, ας πούμε, την εποχή που μας έβαζε στην ευρωζώνη (χάρη στην συμπαιγνία με κάτι Γκόλντμαν Σακς και τα ρέστα) κι ας πηγαίναμε ξυπόλητοι στ' αγκάθια ή ξεβράκωτοι στ' αγγούρια, αν προτιμάτε.

Προς το παρόν, οι αγορές αναμένουν, με τους αναλυτές να τονίζουν ότι το έλλειμμα σύντομα θα είναι πολύ μεγάλο για να τιθασσευτεί. "Οι επενδυτές θέλουν να στείλουν ένα μήνυμα στους Τούρκους πολιτικούς ότι, χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο, οι ανησυχίες για την πορεία της τουρκικής οικονομίας θα συνεχίσουν να αυξάνονται και η λίρα θα συνεχίσει να αποδυναμώνεται", λέει ο χρηματιστής της RBC Capital Markets, Νάιτζελ Ρέντελ. "Οι πολιτικοί πρέπει να αναλάβουν δράση, γιατί ήδη βρίσκονται πίσω από τις εξελίξεις". Με άλλα λόγια, ο Ρέντελ εννοεί ότι δεν θα πρέπει η χάραξη αυτής της πολιτικής να αφεθεί αποκλειστικά στα χέρια της κεντρικής τράπεζας της χώρας. Αναρωτιέμαι, όμως, κατά πόσο είναι δυνατόν η κεντρική τράπεζα μιας χώρας να χαράζει πολιτική ερήμην των επιλογών της κυβέρνησης η οποία την ελέγχει. Και, για την ώρα, φαίνεται ότι η τουρκική κυβέρνηση χορεύει ακόμα στους ρυθμούς του εκλογικού θριάμβου.

"Έτσι, η οικονομία μπλέκεται με την πολιτική", σχολιάζει η τουρκική εφημερίδα Χουριέτ. "Η έκρηξη των πωλήσεων αυτοκινήτων, σπιτιών, οικιακών συσκευών και κινητών τηλεφώνων εξηγεί εν μέρει πώς το κυβερνών κόμμα κατάφερε να κερδίσει τις μισές ψήφους, παρ’ ότι βρίσκεται μια δεκαετία στην εξουσία. Οι Τούρκοι ξοδεύουν, ακολουθούν αυτό το ρεύμα της ευφορίας που πυροδοτείται από την φθηνή πίστωση και τους αρέσει πολύ. Όσο για τους πολιτικούς, προφανώς δεν έχουν καμμία διάθεση να διαλύσουν το πάρτι!".

Τελικά, το "ούνα φάτσα, ούνα ράτσα" φαίνεται πως θα μπορούσαμε να το χρησιμοποιήσουμε όχι μόνο για τους εκ δυσμών γείτονες αλλά και για τους εξ ανατολών. Θυμηθείτε πόσες φωνές προσπάθησαν να συνεφέρουν τούτο τον τόπο, όταν χωνόμασταν ως τα μπούνια σε χρηματιστηριακά παιγνίδια ή σε καταναλωτικά όργια, δίχως να συνειδητοποιούμε ότι το πραγματικό μας εισόδημα δεν αυξανόταν όσο κι αν αβγάταιναν τα χρήματα που μπορούσαμε να ξοδέψουμε. Τι απέγιναν εκείνες οι φωνές; Μα, ό,τι θα απογίνουν και στην γείτονα. Θα τις στομώσουν κι εκεί, όπως τις στομώσαμε εμείς εδώ, ενθυμούμενοι την σαββοπουλική ρήση: "Αμέσως καταλάβαμε τι πήγαινε να πει και του 'παμε να φύγει μουδιασμένα. Αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει, καλύτερα να μη μας πει κανένα."


Πηγή: Cogito ergo sum

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου